Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palpitar
01
παλμοί
latir con fuerza o rapidez generalmente referido al corazón por emoción, miedo o esfuerzo físico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
palpito
γ΄ ενικό πρόσωπο
palpita
ενεστώτα μετοχή
palpitando
απλός αόριστος
palpitó
παθητική μετοχή
palpitado
Παραδείγματα
Palpitaba de ansiedad mientras esperaba el resultado.
Παλμοκρούει από άγχος ενώ περίμενε το αποτέλεσμα.



























