castañetear
cas
kas
κασ
ta
ta
τα
ñe
ɲe
νιε
tear
teaɾ
τεαρ

Ορισμός και σημασία του "castañetear"στα ισπανικά

castañetear
01

τρίζω τα δόντια, χτυπώ τα δόντια

hacer que los dientes tiemblen o rechinen repetidamente por frío miedo o tensión 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
castañeteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
castañetea
ενεστώτα μετοχή
castañeteando
απλός αόριστος
castañeteó
παθητική μετοχή
castañeteado
Παραδείγματα
Mis dientes castañeteaban de frío. 

Τα δόντια μου κροτούσαν από το κρύο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store