Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
castañetear
01
τρίζω τα δόντια, χτυπώ τα δόντια
hacer que los dientes tiemblen o rechinen repetidamente por frío miedo o tensión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
castañeteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
castañetea
ενεστώτα μετοχή
castañeteando
απλός αόριστος
castañeteó
παθητική μετοχή
castañeteado
Παραδείγματα
Castañeteé de miedo al ver la araña.
Έτριξα τα δόντια μου από φόβο όταν είδα την αράχνη.



























