castañetear
Pronunciation
/kˌastaɲˌeteˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "castañetear"στα ισπανικά

castañetear
01

τρίζω τα δόντια, χτυπώ τα δόντια

hacer que los dientes tiemblen o rechinen repetidamente por frío miedo o tensión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
castañeteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
castañetea
ενεστώτα μετοχή
castañeteando
απλός αόριστος
castañeteó
παθητική μετοχή
castañeteado
Παραδείγματα
Castañeteé de miedo al ver la araña.
Έτριξα τα δόντια μου από φόβο όταν είδα την αράχνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store