temible
Pronunciation
/temˈiβle/

Ορισμός και σημασία του "temible"στα ισπανικά

01

φοβερός, τρομακτικός

que puede causar miedo por su fuerza poder o peligro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más temible
συγκριτικός βαθμός
más temible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
temible
αρσενικό πληθυντικό
temibles
θηλυκό ενικό
temible
θηλυκό πληθυντικό
temibles
Παραδείγματα
Se oía un ruido temible en la distancia.
Ακουγόταν ένας τρομερός θόρυβος από απόσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store