temible
te
te
te
mib
ˈmiβ
mib
le
le
le
creíbleposiblepunibleapacible

Ορισμός και σημασία του "temible"στα ισπανικά

01

φοβερός, τρομακτικός

que puede causar miedo por su fuerza poder o peligro 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más temible
συγκριτικός βαθμός
más temible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
temible
αρσενικό πληθυντικό
temibles
θηλυκό ενικό
temible
θηλυκό πληθυντικό
temibles
Παραδείγματα
Es un enemigo temible. 

Είναι ένας φοβερός εχθρός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store