Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
temido
01
φοβισμένος, τρομακτικός
que provoca miedo o preocupación por sus posibles consecuencias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más temido
συγκριτικός βαθμός
más temido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
temido
αρσενικό πληθυντικό
temidos
θηλυκό ενικό
temida
θηλυκό πληθυντικό
temidas
Παραδείγματα
Recibió la llamada temida.
Έλαβε το τρομακτικό τηλεφώνημα.



























