temido
te
te
τε
mi
ˈmi
μι
do
ðo
δο
tejidoteñidotímido

Ορισμός και σημασία του "temido"στα ισπανικά

01

φοβισμένος, τρομακτικός

que provoca miedo o preocupación por sus posibles consecuencias 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más temido
συγκριτικός βαθμός
más temido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
temido
αρσενικό πληθυντικό
temidos
θηλυκό ενικό
temida
θηλυκό πληθυντικό
temidas
θεματικό πεδίο
emoción, personas, situaciones
Παραδείγματα
El temido jefe entró en la sala. 

Ο φοβισμένος αφεντικός μπήκε στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store