Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ruborizar
01
κοκκινίζω, ερυθριώ
ponerse rojo en la cara, especialmente por vergüenza, timidez o pudor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ruborizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruboriza
ενεστώτα μετοχή
ruborizando
απλός αόριστος
ruborizó
παθητική μετοχή
ruborizado
Παραδείγματα
Estaba ruborizándose mientras confesaba la verdad.
Κοκκίνιζε καθώς ομολογούσε την αλήθεια.



























