ruborizar
Pronunciation
/rˌuβɔɾiθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "ruborizar"στα ισπανικά

ruborizar
01

κοκκινίζω, ερυθριώ

ponerse rojo en la cara, especialmente por vergüenza, timidez o pudor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ruborizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruboriza
ενεστώτα μετοχή
ruborizando
απλός αόριστος
ruborizó
παθητική μετοχή
ruborizado
Παραδείγματα
Estaba ruborizándose mientras confesaba la verdad.
Κοκκίνιζε καθώς ομολογούσε την αλήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store