Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predecible
01
προβλέψιμος
que se puede prever o anticipar porque siempre actúa o sucede del mismo modo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más predecible
συγκριτικός βαθμός
más predecible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
predecible
αρσενικό πληθυντικό
predecibles
θηλυκό ενικό
predecible
θηλυκό πληθυντικό
predecibles
Παραδείγματα
El final de la película era muy predecible.
Το τέλος της ταινίας ήταν πολύ προβλέψιμο.



























