Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rabiar
01
βράζω
sentir una ira o enfado muy fuertes y contenidos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rabio
γ΄ ενικό πρόσωπο
rabia
ενεστώτα μετοχή
rabiando
απλός αόριστος
rabió
παθητική μετοχή
rabiado
Παραδείγματα
Me miró rabiando, pero no contestó.
Με κοίταξε θυμωμένος, αλλά δεν απάντησε.



























