Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La irascibilidad
01
ευερεθιστότητα
la tendencia a enojarse o irritarse con facilidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su irascibilidad le causaba problemas en el trabajo.
Η ευερεθιστότητά του του προκαλούσε προβλήματα στη δουλειά.



























