Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La irascibilidad
01
ευερεθιστότητα
la tendencia a enojarse o irritarse con facilidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Aprendió a manejar su irascibilidad mediante técnicas de relajación.
Έμαθε να διαχειρίζεται την ευερεθιστότητά της μέσω τεχνικών χαλάρωσης.



























