la irascibilidad
i
i
ι
ras
ɾas
ρασ
ci
θi
θι
bi
bi
μπι
li
li
λι
dad
ˈðað
δαδ

Ορισμός και σημασία του "irascibilidad"στα ισπανικά

La irascibilidad
01

ευερεθιστότητα

la tendencia a enojarse o irritarse con facilidad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su irascibilidad le causaba problemas en el trabajo. 

Η ευερεθιστότητά του του προκαλούσε προβλήματα στη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store