Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El utopismo
01
ουτοπισμός, ουτοπική σκέψη
la creencia o tendencia a imaginar y perseguir ideales sociales o políticos perfectos pero inalcanzables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su utopismo lo hacía creer en una sociedad perfecta.
Ο ουτοπισμός του τον έκανε να πιστεύει σε μια τέλεια κοινωνία.
LanGeek



























