el utopismo
u
ˌu
oo
to
to
to
pis
ˈpis
pis
mo
mo
mo
abigeatorealismomarxismociclismo

Ορισμός και σημασία του "utopismo"στα ισπανικά

01

ουτοπισμός, ουτοπική σκέψη

la creencia o tendencia a imaginar y perseguir ideales sociales o políticos perfectos pero inalcanzables 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su utopismo lo hacía creer en una sociedad perfecta. 

Ο ουτοπισμός του τον έκανε να πιστεύει σε μια τέλεια κοινωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store