Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
utópico
01
ουτοπικός
que es idealista o perfecto en teoría, pero imposible o muy difícil de lograr en la práctica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más utópico
συγκριτικός βαθμός
más utópico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
utópico
αρσενικό πληθυντικό
utópicos
θηλυκό ενικό
utópica
θηλυκό πληθυντικό
utópicas
Παραδείγματα
La novela describe una comunidad utópica aislada.
Το μυθιστόρημα περιγράφει μια απομονωμένη ουτοπική κοινότητα.



























