utópico
Pronunciation
/utˈɔpiko/

Ορισμός και σημασία του "utópico"στα ισπανικά

01

ουτοπικός

que es idealista o perfecto en teoría, pero imposible o muy difícil de lograr en la práctica
utópico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más utópico
συγκριτικός βαθμός
más utópico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
utópico
αρσενικό πληθυντικό
utópicos
θηλυκό ενικό
utópica
θηλυκό πληθυντικό
utópicas
Παραδείγματα
La novela describe una comunidad utópica aislada.
Το μυθιστόρημα περιγράφει μια απομονωμένη ουτοπική κοινότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store