Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El globalismo
01
παγκοσμιοποίηση, παγκόσμια συνεργασία
una perspectiva política que prioriza los intereses y la cooperación global por encima de los intereses nacionales individuales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El globalismo aboga por instituciones internacionales fuertes.
Ο παγκοσμιοπολιτισμός υποστηρίζει ισχυρούς διεθνείς θεσμούς.



























