Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La anarquía
01
αναρχία, αταξία
un estado de ausencia de gobierno o autoridad, que puede llevar al desorden social y la falta de organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los medios hablaban de anarquía en las calles.
Τα μέσα ενημέρωσης μιλούσαν για αναρχία στους δρόμους.



























