Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El neoliberal
01
νεοφιλελεύθερος
una persona que defiende políticas económicas que favorecen el libre mercado, la privatización y la reducción del gasto público
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
neoliberales
Παραδείγματα
Los neoliberales criticaron el aumento del estado de bienestar.
Οι νεοφιλελεύθεροι επέκριναν την αύξηση του κράτους πρόνοιας.



























