Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apolítico
01
απολιτικ
que no está interesado o involucrado en la política, o que no toma partido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apolítico
συγκριτικός βαθμός
más apolítico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apolítico
αρσενικό πληθυντικό
apolíticos
θηλυκό ενικό
apolítica
θηλυκό πληθυντικό
apolíticas
Παραδείγματα
La organización se declara apolítica y sin afiliación religiosa.
Ο οργανισμός δηλώνει τον εαυτό του απολιτικό και χωρίς θρησκευτική συσχέτιση.



























