Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parlamentario
01
κοινοβουλευτικός, κοινοβουλευτικός
relativo o perteneciente a un parlamento o a sus procedimientos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
parlamentario
αρσενικό πληθυντικό
parlamentarios
θηλυκό ενικό
parlamentaria
θηλυκό πληθυντικό
parlamentarias
Παραδείγματα
El sistema de gobierno es parlamentario.
Το σύστημα διακυβέρνησης είναι κοινοβουλευτικό.
El parlamentario
01
βουλευτής
una persona elegida como miembro de un parlamento o asamblea legislativa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parlamentarios
Παραδείγματα
El parlamentario habló durante el debate.
Ο βουλευτής μίλησε κατά τη διάρκεια της συζήτησης.



























