Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presionar
01
ασκώ πίεση, λομπί
intentar influir en políticos o autoridades para obtener decisiones favorables
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
presiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
presiona
ενεστώτα μετοχή
presionando
απλός αόριστος
presionó
παθητική μετοχή
presionado
Παραδείγματα
El grupo presiona al congreso para cambiar la ley.
Η ομάδα ασκεί πίεση στο κογκρέσο για να αλλάξει ο νόμος.



























