Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El libre comercio
01
ελεύθερο εμπόριο
el intercambio de bienes entre países sin restricciones ni aranceles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Negocian un acuerdo de libre comercio.
Διαπραγματεύονται μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου.



























