Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ser diputado
01
είναι βουλευτής, καταλαμβάνει θέση ως βουλευτής
ocupar un escaño como miembro electo de un parlamento o asamblea legislativa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
soy diputado
γ΄ ενικό πρόσωπο
es diputado
ενεστώτα μετοχή
siendo diputado
απλός αόριστος
fue diputado
παθητική μετοχή
sido diputado
Παραδείγματα
Es muy joven para ser diputado.
Είναι πολύ νέος για να είναι βουλευτής.



























