Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ser diputado
01
είναι βουλευτής, καταλαμβάνει θέση ως βουλευτής
ocupar un escaño como miembro electo de un parlamento o asamblea legislativa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
soy diputado
γ΄ ενικό πρόσωπο
es diputado
ενεστώτα μετοχή
siendo diputado
απλός αόριστος
fue diputado
παθητική μετοχή
sido diputado
Παραδείγματα
Ella será diputada por Madrid el próximo mes.
Αυτή θα είναι βουλευτής για τη Μαδρίτη τον επόμενο μήνα.



























