Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la arma de electrochoque
/ˈaɾma ðe ˌelektɾotʃˈoke/
La arma de electrochoque
01
ηλεκτροσόκ, όπλο ηλεκτροσόκ
un dispositivo portátil que administra una descarga eléctrica para incapacitar temporalmente a una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
armas de electrochoque
Παραδείγματα
El arma de electrochoque incapacita al atacante.
Το όπλο ηλεκτροσόκ απενεργοποιεί τον επιτιθέμενο.



























