legitimar
le
ˌle
le
gi
xi
khi
ti
ti
ti
mar
ˈmaɾ
mar
protestarperpetrarpatrullarcompletar

Ορισμός και σημασία του "legitimar"στα ισπανικά

legitimar
01

νομιμοποιώ, επικυρώνω

dar validez, reconocimiento o autoridad legal o social a algo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
legitimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
legitima
ενεστώτα μετοχή
legitimando
απλός αόριστος
legitimó
παθητική μετοχή
legitimado
Παραδείγματα
El tratado busca legitimar la cooperación. 

Η συνθήκη επιδιώκει να νομιμοποιήσει τη συνεργασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store