Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pastizal
01
βοσκώ, αφήνω να βοσκήσει
un área extensa donde la vegetación predominante es la hierba, con pocos árboles o arbustos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pastizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pastiza
ενεστώτα μετοχή
pastizando
απλός αόριστος
pastizó
παθητική μετοχή
pastizado
Παραδείγματα
El pastizal cambia de color con las estaciones.
Το βοσκότοπο αλλάζει χρώμα με τις εποχές.



























