la verja
ver
ˈbeɾ
ber
ja
xa
kha

Ορισμός και σημασία του "verja"στα ισπανικά

01

συρματόπλεγμα, πύλη

una estructura de barras que cierra una entrada o delimita un espacio 
la verja definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
verjas
Παραδείγματα
Cerramos la verja principal por la noche. 

Κλειδώνουμε το κύριο κάγκελο τη νύχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store