Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Las tenacillas
01
λαβίδα, λαβίδα κουζίνας
un utensilio de dos brazos unidos por un extremo, usado para agarrar, sostener o servir alimentos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tenacillas
Παραδείγματα
Las tenacillas están en el cajón de los utensilios de cocina.
Οι τσιμπιδάκια βρίσκονται στο συρτάρι των κουζινικών εργαλείων.



























