Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mesa auxiliar
01
παρεμφερές τραπέζι, βοηθητικό τραπέζι
una mesa pequeña que se coloca al lado de un sofá o sillón para sostener lámparas, libros o bebidas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mesas auxiliares
Παραδείγματα
Puse mi taza de té en la mesa auxiliar.
Έβαλα το φλιτζάνι τσαγιού μου στο παρεκκλήσι τραπέζι.



























