Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El micrófono oculto
01
κρυμμένο μικρόφωνο, καμουφλαρισμένο μικρόφωνο
un dispositivo de escucha pequeño y escondido usado para grabar conversaciones en secreto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
micrófonos ocultos
Παραδείγματα
El sonido del micrófono oculto era muy claro y nítido.
Ο ήχος του κρυφού μικροφώνου ήταν πολύ καθαρός και διαυγής.



























