Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ejercer de proxeneta
01
ενεργώ ως προαγωγός, εργάζομαι ως προαγωγός
actuar como la persona que controla y se beneficia económicamente de la prostitución de otros
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ejerzo de proxeneta
γ΄ ενικό πρόσωπο
ejerce de proxeneta
ενεστώτα μετοχή
ejerciendo de proxeneta
απλός αόριστος
ejerció de proxeneta
παθητική μετοχή
ejercido de proxeneta
Παραδείγματα
Fue arrestado por ejercer de proxeneta.
Συνελήφθη για άσκηση της πορνοβοσκίας.



























