Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contrabandear
01
λαθρεμπορεύω
comerciar ilegalmente con mercancías prohibidas o que evitan impuestos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
contrabandeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
contrabandea
ενεστώτα μετοχή
contrabandeando
απλός αόριστος
contrabandeó
παθητική μετοχή
contrabandeado
Παραδείγματα
La ley castiga duramente a quienes contrabandeen.
Ο νόμος τιμωρεί αυστηρά όσους λαθρεμπορεύουν.



























