Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La entrada no autorizada
01
μη εξουσιοδοτημένη είσοδος, παράνομη είσοδος
el acto de acceder a una propiedad o lugar sin tener permiso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La entrada no autorizada en terrenos privados es ilegal.
Η μη εξουσιοδοτημένη είσοδος σε ιδιωτικά εδάφη είναι παράνομη.
LanGeek



























