Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El blanqueo de dinero
01
ξέπλυμα χρήματος, ξέπλυμα μαύρου χρήματος
el proceso de ocultar el origen ilegal del dinero para hacerlo parecer legal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El blanqueo de dinero es un delito grave a nivel internacional.
Το ξέπλυμα χρήματος είναι ένα σοβαρό έγκλημα σε διεθνές επίπεδο.



























