partir
par
paɾ
par
tir
ˈtiɾ
tir
gruñirasumirsentirsurgir

Ορισμός και σημασία του "partir"στα ισπανικά

partir
01

αναχωρώ

salir o comenzar a moverse desde una estación (dicho de un tren) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
parto
γ΄ ενικό πρόσωπο
parte
ενεστώτα μετοχή
partiendo
απλός αόριστος
partió
παθητική μετοχή
partido
Παραδείγματα
El tren partirá del andén uno a las 15:00 en punto. 

Το τρένο θα αναχωρήσει από την πλατφόρμα ένα στις 15:00 ακριβώς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store