partir
Pronunciation
/paɾtˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "partir"στα ισπανικά

partir
01

αναχωρώ

salir o comenzar a moverse desde una estación (dicho de un tren)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
parto
γ΄ ενικό πρόσωπο
parte
ενεστώτα μετοχή
partiendo
απλός αόριστος
partió
παθητική μετοχή
partido
Παραδείγματα
El conductor dio el silbato y el tren partió.
Ο μηχανοδηγός έδωσε το σήμα με τη σφυρίχτρα και το τρένο αναχώρησε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store