Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tren local
01
τοπικό τρένο, τρένο που σταματά σε όλους τους σταθμούς
un tren que para en todas o casi todas las estaciones de su recorrido
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trenes locales
Παραδείγματα
El tren local tarda el doble que el expreso.
Το τοπικό τρένο χρειάζεται διπλάσιο χρόνο από το υπεραστικό.



























