Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La calle principal
01
κύριος δρόμος
la calle más importante o comercial de un pueblo o ciudad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
calles principales
Παραδείγματα
La calle principal está cortada al tráfico los domingos.
Ο κύριος δρόμος είναι κλειστός στην κυκλοφορία τις Κυριακές.



























