la luz verde
luz
ˈluθ
λουθ
ver
βeɾ
βερ
de
ðe
δε

Ορισμός και σημασία του "luz verde"στα ισπανικά

01

πράσινο φως, πράσινο σήμα

la luz del semáforo que indica que se puede pasar o avanzar 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
luces verdes
Παραδείγματα
Cuando la luz verde se enciende, puedes continuar. 

Όταν ανάβει το πράσινο φως, μπορείτε να συνεχίσετε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store