la larga
lar
ˈlaɾ
lar
ga
ɣa
gha
larva

Ορισμός και σημασία του "larga"στα ισπανικά

01

φώτα οδικής κυκλοφορίας, φώτα μεγάλης εμβέλειας

la luz de carretera, más potente y de mayor alcance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
largas
Παραδείγματα
Las largas deslumbran a los conductores que vienen de frente. 

Τα φώτα πορείας τυφλώνουν τους οδηγούς που έρχονται απέναντι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store