Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el asiento del pasajero
/asjˈɛnto ðel pˌasaxˈɛɾɔ/
El asiento del pasajero
01
καθίσμα του επιβάτη, θέση του επιβάτη
el asiento al lado del conductor en un vehículo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asientos del pasajero
Παραδείγματα
El asiento del pasajero tiene calefacción.
Η θέση του επιβάτη έχει θερμάστρα.



























