esprintar
Pronunciation
/ˌespɾintˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "esprintar"στα ισπανικά

esprintar
01

σπριντάρω

correr a la máxima velocidad por un corto tiempo
esprintar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esprinto
γ΄ ενικό πρόσωπο
esprinta
ενεστώτα μετοχή
esprintando
απλός αόριστος
esprintó
παθητική μετοχή
esprintado
Παραδείγματα
Esprintaron juntos durante el entrenamiento.
Σπριντάραν μαζί κατά την προπόνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store