Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esprintar
01
σπριντάρω
correr a la máxima velocidad por un corto tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esprinto
γ΄ ενικό πρόσωπο
esprinta
ενεστώτα μετοχή
esprintando
απλός αόριστος
esprintó
παθητική μετοχή
esprintado
Παραδείγματα
El atleta esprintó hacia la línea de meta.
Ο αθλητής έκανε σπριντ προς τη γραμμή τερματισμού.



























