esprintar
esp
esp
esp
rin
rin
rin
tar
ˈtaɾ
tar
espantar

Ορισμός και σημασία του "esprintar"στα ισπανικά

esprintar
01

σπριντάρω

correr a la máxima velocidad por un corto tiempo 
esprintar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esprinto
γ΄ ενικό πρόσωπο
esprinta
ενεστώτα μετοχή
esprintando
απλός αόριστος
esprintó
παθητική μετοχή
esprintado
Παραδείγματα
El atleta esprintó hacia la línea de meta. 

Ο αθλητής έκανε σπριντ προς τη γραμμή τερματισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store