Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interdisciplinar
01
διεπιστημονικός
que combina o involucra dos o más áreas de estudio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
interdisciplinar
αρσενικό πληθυντικό
interdisciplinares
θηλυκό ενικό
interdisciplinar
θηλυκό πληθυντικό
interdisciplinares
Παραδείγματα
El equipo interdisciplinar incluye médicos y sociólogos.
Η διεπιστημονική ομάδα περιλαμβάνει γιατρούς και κοινωνιολόγους.



























