Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La asignatura secundaria
01
δευτερεύον μάθημα, δευτερεύουσα ειδίκευση
una materia de estudio que un estudiante universitario toma además de su especialidad principal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
asignaturas secundarias
Παραδείγματα
Decidí tomar una asignatura secundaria en informática.
Αποφάσισα να πάρω ένα δευτερεύον μάθημα στην πληροφορική.



























