Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La facultad de odontología
01
σχολή οδοντιατρικής, σχολή οδοντιατρικής
la escuela universitaria donde se estudia para ser dentista
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
facultades de odontología
Παραδείγματα
Ella es estudiante de primer año en la facultad de odontología.
Είναι φοιτήτρια πρώτου έτους στη σχολή οδοντιατρικής.



























