la ñola
ˈpɛ
pe
ño
ɲo
nio
la
la
la

Ορισμός και σημασία του "péñola"στα ισπανικά

01

φτερό χήνας, καλάμι

una pluma de ave afilada y utilizada antiguamente como instrumento para escribir con tinta 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
péñolas
Παραδείγματα
El escriba medieval escribía manuscritos con una péñola y tinta negra. 

Ο μεσαιωνικός γραφέας έγραφε χειρόγραφα με péñola και μαύρο μελάνι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store