Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La péñola
01
φτερό χήνας, καλάμι
una pluma de ave afilada y utilizada antiguamente como instrumento para escribir con tinta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
péñolas
Παραδείγματα
El escriba medieval escribía manuscritos con una péñola y tinta negra.
Ο μεσαιωνικός γραφέας έγραφε χειρόγραφα με péñola και μαύρο μελάνι.



























