Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La péñola
01
φτερό χήνας, καλάμι
una pluma de ave afilada y utilizada antiguamente como instrumento para escribir con tinta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
péñolas
Παραδείγματα
Sumergió la péñola en el tintero y comenzó a trazar letras elegantes.
Βύθισε την πένιολα στο καλαμάρι και άρχισε να χαράζει κομψά γράμματα.



























