Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El plan de estudios
01
σχέδιο σπουδών, πρόγραμμα μαθήματος
el documento que describe los objetivos, contenidos, metodología, evaluaciones y cronograma de un curso o asignatura
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
planes de estudios
Παραδείγματα
El profesor entregó el plan de estudios el primer día de clases.
Ο καθηγητής παρέδωσε το πρόγραμμα σπουδών την πρώτη μέρα του μαθήματος.



























