Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cancelar la suscripción
01
ακυρώσω τη συνδρομή
dejar de recibir correos, actualizaciones o contenido de un servicio o canal al que uno se había suscrito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cancelo la suscripción
γ΄ ενικό πρόσωπο
cancela la suscripción
ενεστώτα μετοχή
cancelando la suscripción
απλός αόριστος
canceló la suscripción
παθητική μετοχή
cancelado la suscripción
Παραδείγματα
Tuve que cancelar la suscripción a ese boletín porque me llenaba la bandeja de entrada.
Έπρεπε να ακυρώσω τη συνδρομή σε αυτό το ενημερωτικό δελτίο γιατί γέμιζε το εισερχόμενα μου.



























