dejar de seguir
de
de
de
jar
ˈxaɾ
khar
de
de
de
se
se
se
guir
ɣiɾ
ghir

Ορισμός και σημασία του "dejar de seguir"στα ισπανικά

dejar de seguir
01

σταματώ να ακολουθώ, αποκολουθώ

dejar de ver el contenido de una cuenta o persona en una red social 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dejo de seguir
γ΄ ενικό πρόσωπο
deja de seguir
ενεστώτα μετοχή
dejando de seguir
απλός αόριστος
dejó de seguir
παθητική μετοχή
dejado de seguir
Παραδείγματα
Decidí dejar de seguir a esa cuenta porque solo publicaba contenido negativo. 

Αποφάσισα να σταματήσω να ακολουθώ αυτόν τον λογαριασμό γιατί δημοσίευε μόνο αρνητικό περιεχόμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store