Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dejar de seguir
01
σταματώ να ακολουθώ, αποκολουθώ
dejar de ver el contenido de una cuenta o persona en una red social
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dejo de seguir
γ΄ ενικό πρόσωπο
deja de seguir
ενεστώτα μετοχή
dejando de seguir
απλός αόριστος
dejó de seguir
παθητική μετοχή
dejado de seguir
Παραδείγματα
Dejar de seguir a cuentas que te hacen sentir mal es un acto de autocuidado digital.
Η διακοπή παρακολούθησης λογαριασμών που σας κάνουν να νιώθετε άσχημα είναι μια πράξη ψηφιακής αυτοφροντίδας.



























