Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dar me gusta
01
μου αρέσει, κάνω like
expresar aprobación o agrado por un contenido en internet, normalmente pulsando un botón
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
doy me gusta
γ΄ ενικό πρόσωπο
da me gusta
ενεστώτα μετοχή
dando me gusta
απλός αόριστος
dio me gusta
παθητική μετοχή
dado me gusta
Παραδείγματα
Me arrepentí de dar me gusta a esa noticia cuando descubrí que era falsa.
Μετάνιωσα που μου άρεσε αυτή η είδηση όταν ανακάλυψα ότι ήταν ψεύτικη.



























