Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
basar en
01
βασίζω σε, θεμελιώνω σε
usar algo como el fundamento, la razón o el punto de partida principal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
baso en
γ΄ ενικό πρόσωπο
basa en
ενεστώτα μετοχή
basando en
απλός αόριστος
basó en
παθητική μετοχή
basado en
Παραδείγματα
El director basó su película en una novela histórica famosa.
Ο σκηνοθέτης βάσισε την ταινία του σε ένα διάσημο ιστορικό μυθιστόρημα.



























