basar en
Pronunciation
/basˈaɾ ˈɛn/

Ορισμός και σημασία του "basar en"στα ισπανικά

basar en
01

βασίζω σε, θεμελιώνω σε

usar algo como el fundamento, la razón o el punto de partida principal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
baso en
γ΄ ενικό πρόσωπο
basa en
ενεστώτα μετοχή
basando en
απλός αόριστος
basó en
παθητική μετοχή
basado en
Παραδείγματα
¿ En qué te basas para decir que eso es cierto?
Σε τι βασίζεσαι για να πεις ότι είναι αλήθεια ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store