Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
basar en
01
βασίζω σε, θεμελιώνω σε
usar algo como el fundamento, la razón o el punto de partida principal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
baso en
γ΄ ενικό πρόσωπο
basa en
ενεστώτα μετοχή
basando en
απλός αόριστος
basó en
παθητική μετοχή
basado en
Παραδείγματα
¿ En qué te basas para decir que eso es cierto?
Σε τι βασίζεσαι για να πεις ότι είναι αλήθεια ;



























