Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embaldosar
01
στρώνω με πλακάκια, καλύπτω με πλακάκια
cubrir un suelo o pared con baldosas o losas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
embaldoso
γ΄ ενικό πρόσωπο
embaldosa
ενεστώτα μετοχή
embaldosando
απλός αόριστος
embaldosó
παθητική μετοχή
embaldosado
Παραδείγματα
Embaldosaron el camino del jardín con ladrillos de barro.
Πλακόστρωσαν το μονοπάτι του κήπου με πλίνθους από πηλό.



























