embaldosar
em
em
em
bal
bal
bal
do
do
do
sar
ˈsaɾ
sar
embalsar

Ορισμός και σημασία του "embaldosar"στα ισπανικά

embaldosar
01

στρώνω με πλακάκια, καλύπτω με πλακάκια

cubrir un suelo o pared con baldosas o losas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
embaldoso
γ΄ ενικό πρόσωπο
embaldosa
ενεστώτα μετοχή
embaldosando
απλός αόριστος
embaldosó
παθητική μετοχή
embaldosado
Παραδείγματα
Decidieron embaldosar el suelo de la cocina con cerámica. 

Αποφάσισαν να embaldosar το πάτωμα της κουζίνας με κεραμικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store