Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embaldosar
01
στρώνω με πλακάκια, καλύπτω με πλακάκια
cubrir un suelo o pared con baldosas o losas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
embaldoso
γ΄ ενικό πρόσωπο
embaldosa
ενεστώτα μετοχή
embaldosando
απλός αόριστος
embaldosó
παθητική μετοχή
embaldosado
Παραδείγματα
Decidieron embaldosar el suelo de la cocina con cerámica.
Αποφάσισαν να embaldosar το πάτωμα της κουζίνας με κεραμικά.



























