Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sellador
01
σφραγιστικό, υλικό στεγανοποίησης
un material utilizado para cerrar juntas o grietas e impedir el paso de aire o agua
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
selladores
Παραδείγματα
El sellador sella los poros de la madera para protegerla.
Το στεγανοποιητικό σφραγίζει τους πόρους του ξύλου για να το προστατεύσει.



























