el sellador
se
se
se
lla
ʎa
lia
dor
ˈðoɾ
dhor
ruiseñorbateadorluchadorportador

Ορισμός και σημασία του "sellador"στα ισπανικά

01

σφραγιστικό, υλικό στεγανοποίησης

un material utilizado para cerrar juntas o grietas e impedir el paso de aire o agua 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
selladores
Παραδείγματα
El sellador acrílico es pintable una vez seco. 

Το ακρυλικό σφραγιστικό είναι βαφτό μόλις στεγνώσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store