Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puente en arco
01
αψιδωτή γέφυρα, γεφύρι με τόξο
un puente cuya estructura de soporte principal tiene forma de arco
Παραδείγματα
La luz del sol se filtraba entre los arcos del antiguo puente.
Το φως του ήλιου διηθείτο ανάμεσα στις καμάρες της παλιάς καμαρογέφυρας.



























